
Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια μεταβολική διαταραχή που παίζει κεντρικό ρόλο στη ανάπτυξη της ψωρίασης και της θυρεοειδίτιδας Χασιμότο[1].
Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη επιλύεται με ιατρικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, στη διόρθωση των ελλείψεων του οργανισμού και τη διατροφή, βελτιώνοντας την υγεία ασθενών με ψωρίαση και θυρεοειδίτιδα Χασιμότο.
Ασθενείς με ψωρίαση εμφανίζουν στην πλειοψηφία τους αντίσταση στην ινσουλίνη.
Η ύπαρξη αντίστασης στην ινσουλίνη, σε συνδυασμό με ελλείψεις σε βιταμίνες και μικροθρεπτικά συστατικά, επηρεάζει αρνητικά την υγεία των ασθενών με ψωρίαση και αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για την ανάπτυξη θυρεοειδίτιδας Χασιμότο.
Είναι σημαντικό για τους ασθενείς που αντιμετωπίζουν μεταβολικές διαταραχές, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη, να εντοπίσουν τις ακριβείς ελλείψεις που επηρεάζουν την υγεία τους, καθώς αυτές συνδέονται άμεσα με την πορεία της ψωρίασης και της θυρεοειδίτιδας Χασιμότο.
Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό BMJ, οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία 253.313 ασθενών με ψωρίαση. Βρήκαν ότι τα άτομα με ψωρίαση εκδηλώνουν δύο φορές πιο συχνά θυρεοειδίτιδα Χασιμότο, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, που δεν είχε ψωρίαση[2].
Τα αίτια για τη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού στην ψωρίαση, είναι τόσο γενετικά (κληρονομική προδιάθεση), όσο και μη-γενετικά που συνδέονται με τις ελλείψεις του οργανισμού, τον τρόπο ζωής και τη διατροφή.
Η αντίσταση στην ινσουλίνη αποτελεί βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη ψωρίασης και τη δυσλειτουργίας του θυρεοειδή αδένα που οδηγεί στην εκδήλωση θυρεοειδίτιδας Χασιμότο(3,4).
Τα άτομα με ψωρίαση εμφανίζουν στην πλειοψηφία τους αντίσταση στην ινσουλίνη. Σε αυτούς τους ασθενείς τα κύτταρα στους μύες, στο συκώτι και στο λίπος, στην προσπάθεια τους να προστατευτούν από την αυξημένη παρουσία ινσουλίνης, δεν ανταποκρίνονται στον ίδιο βαθμό σε αυτήν και η γλυκόζη δυσκολεύεται να περάσει στο εσωτερικό τους(5).
Ο οργανισμός αναγκάζεται να εκκρίνει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, ώστε να επιτύχει το ίδιο βιολογικό αποτέλεσμα που ανατροφοδοτεί το φαινόμενο της αντίστασης.
Ωστόσο, η ινσουλίνη πέρα από το ρόλο της στη διατήρηση σταθερών επιπέδων σακχάρου στο αίμα, ρυθμίζει τις καύσεις του λίπους, την παραγωγή ενέργειας, τους μηχανισμούς της φλεγμονής και επηρεάζει τη συνολική λειτουργία του οργανισμού.
Στην πράξη, όλο σχεδόν το ενδοκρινικό σύστημα επηρεάζεται από τη δράση της ινσουλίνης. Διαταραχές στη λειτουργία της, απορυθμίζουν το ορμονικό σύστημα και έχουν αρνητική επίδραση στο θυρεοειδή, στο σωματικό βάρος και στις φλεγμονές.
Αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης καταστέλλουν τη θυρεοειδική λειτουργία, αυξάνουν το σωματικό βάρος, ενισχύουν τις φλεγμονές και συνδέονται με:
- Την εκδήλωση υποθυρεοειδισμού
- Την αυξημένη παρουσία όζων του θυρεοειδούς
- Αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε άτομα με νόσο του Χασιμότο
- Αύξηση του σπλαχνικού λίπους, ανάπτυξη μεταβολικού συνδρόμου και αύξησης του σωματικού βάρους
- Την ανάπτυξη χρόνιας φλεγμονής
- Διαταραχή του μεταβολισμού της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων
- Υπέρτασης
- Αυξημένο κίνδυνο θρομβώσεων
- Αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων
- Διαταραχές στη διάθεση
- Διαταραχή του μικροβιώματος
Η αντίσταση στην ινσουλίνη συνδέεται με όλα τα παραπάνω και επηρεάζει αρνητικά τη συνολική κατάσταση της υγείας ενός ατόμου.
Αντίσταση στην Ινσουλίνη & Διατροφή








